Ετήσια κανονική άδεια μισθωτών – Χρόνος χορήγησης και καταβολής των αποδοχών αδείας

180

1. Οι ημέρες της ετήσιας κανονικής άδειας των μισθωτών
α. Γενικό πλαίσιο

Η ετήσια κανονική άδεια των μισθωτών χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν.539/1945, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις των διατάξεων του Ν.1346/1983 και του Ν.549/1977, καθώς και του άρθρου 1 του Ν.3302/2004.

Ως βάση υπολογισμού του χρόνου χορήγησης της ετήσιας κανονικής άδειας λαμβάνεται από 28/12/2004 και εφεξής, το ημερολογιακό έτος. Επισημαίνεται ότι με το άρθρο 6 του Ν.3144/2003 έχει κατοχυρωθεί το δικαίωμα λήψης αναλογικής άδειας από τον πρώτο μήνα απασχόλησης των μισθωτών. Πιο συγκεκριμένα, η ετήσια κανονική άδεια, ειδικά κατά το 1ο και 2ο ημερολογιακό έτος, χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στην συγκεκριμένη επιχείρηση. Η αναλογία της χορηγούμενης αδείας για τους νεοπροσλαμβανόμενους (που δεν έχουν συμπληρώσει ένα εργασιακό έτος απασχόλησης σε συγκεκριμένο εργοδότη) και έχουν προϋπηρεσία μικρότερη των δώδεκα (12) ετών υπολογίζεται βάσει ετήσιας άδειας:

20 εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και
24 εργάσιμων ημερών, επί εξαημέρου,
η οποία αντιστοιχεί σε δώδεκα (12) μήνες συνεχούς απασχόλησης. Ταυτόχρονα καθορίζεται το όλο πλαίσιο χορήγησης της άδειας τόσο κατά τα δύο πρώτα ημερολογιακά έτη της εργασιακής σχέσης του μισθωτού όσο και για το τρίτο και τα πέραν του τρίτου ημερολογιακά έτη απασχόλησης. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν.3302/2004, που αντικατέστησε την παρ.1 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945 (ΦΕΚ Α΄229), καθώς και την αρ.πρωτ. 3392/01-03-2005 εγκύκλιο του Υπουργού Απασχόλησης, κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση.

Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτό.

Με το άρθρο 1 του Ν.3302/2004 έπαψε πλέον να είναι σε ισχύ ο βασικός χρόνος εργασίας – αναμονής (12 μήνες σύμφωνα με τον Α.Ν.539/1945 ή 10 μήνες κατά την Ε.Σ.Σ.Ε. του έτους 2002), τον οποίο έπρεπε να συμπληρώσει ο μισθωτός στον ίδιο εργοδότη για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψης άδειας.

Με διατάξεις της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. αυξήθηκαν οι ημέρες άδειας των μισθωτών που εμφανίζουν πολυετή υπηρεσία ή προϋπηρεσία ως ακολούθως:

Υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες που συμπληρώνουν υπηρεσία δέκα (10) ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δώδεκα (12) ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται:

άδεια 30 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή
άδεια 25 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (άρθρο 6, της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε./23-5-2000).
Από 1/1/2008, μετά από τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, δικαιούνται μία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα, δηλαδή συνολικά 31 και 26 εργάσιμες ημέρες, αντίστοιχα (Άρθρο 3, Ε.Γ.Σ.Σ.Ε./2008-2009).
Όσον αφορά τον υπολογισμό των ημερών της ετήσιας κανονικής άδειας ενός μισθωτού, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του χρόνου διάρκειας της εργασιακής σχέσης (ο μη υπολογισμός του χρόνου προϋπηρεσίας από 14/2/2012 και μετά, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Π.Υ.Σ.6/2012, αφορά μόνο τις μισθολογικές ωριμάνσεις και ειδικότερα το χρόνο βάσει του οποίου υπολογίζονται τα επιδόματα προϋπηρεσίας) ανεξαρτήτως ειδικότητας του εργαζόμενου.

Ως ημέρες άδειας υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες (παρ.1, 3 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/45).Δεν συμπεριλαμβάνονται δηλαδή στις ημέρες άδειας οι Κυριακές και αργίες και οι ημέρες ασθενείας. Για τους μισθωτούς που απασχολούνται με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας δεν περιλαμβάνεται στον αριθμό ημερών αδείας, η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν παρέχουν εργασία λόγω πενθημέρου (π.χ. το Σάββατο). Για το μισθωτό που απασχολείται επί τρεις ημέρες την εβδομάδα π.χ. Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο, δεν περιλαμβάνονται στον αριθμό των ημερών αδείας, οι ημέρες της εβδομάδας κατά τις οποίες δεν παρέχει εργασία ήτοι εν προκειμένω η Τρίτη, η Πέμπτη, η Παρασκευή και φυσικά η Κυριακή.

Οι ημέρες άδειας που δικαιούται ο μισθωτός, όπως αυτές ορίζονται κατά τα ανωτέρω με τον Ν.1346/1983 και το άρθρο 1 του Ν.3302/2004, ποικίλουν ανάλογα με την προϋπηρεσία που αυτός έχει, καθώς και ανάλογα με τις ημέρες που απασχολείται εβδομαδιαία, όπως αναλυτικά εμφανίζεται στους σχετικούς πίνακες.

Ημέρες άδειας μισθωτών με συνολική υπηρεσία ή προϋπηρεσία μέχρι 10 έτη μη συμπληρωμένα στον ίδιο εργοδότη ή μέχρι 12 έτη μη συμπληρωμένα σε οποιονδήποτε εργοδότη

 

β. Προσαύξηση αδείας λόγω 10ετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή 12ετούς προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη

Εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται:

  • άδεια 30 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή
  • άδεια 25 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (άρθρο 6 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε./23.5.2000).

Ημέρες άδειας μισθωτών με συνολική υπηρεσία ή προϋπηρεσία 10 ετών συμπληρωμένων και άνω στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών συμπληρωμένων και άνω σε οποιονδήποτε εργοδότη

γ. Προσαύξηση αδείας λόγω 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας

Εργαζόμενοι μετά τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας στον ίδιο ή σε οποιοδήποτε εργοδότη δικαιούνται:

  • άδεια 31 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα 6ήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή
  • άδεια 26 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα 5νθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε./2008-2009).

Ημέρες άδειας μισθωτών με υπηρεσία ή προϋπηρεσία 25 ετών συμπληρωμένων και άνω στον ίδιο εργοδότη ή και σε οποιονδήποτε εργοδότη

1.1 Άδεια πρώτου (1ου) ημερολογιακού έτους απασχόλησης

Ο εργοδότης υποχρεούται, μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους εντός του οποίου προσλήφθηκε ο μισθωτός, να χορηγεί σε αυτόν μέρος της κανονικής άδειας, με αποδοχές, κατ’ αναλογία με τον χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση. Στο πλαίσιο αυτό, χορηγείται τμηματικά η ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση. Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια είκοσι τεσσάρων (24) εργασίμων ημερών ή, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, είκοσι (20) εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.

1.2 Άδεια δεύτερου (2ου) ημερολογιακού έτους απασχόλησης

Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια, η οποία αναλογεί στον χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται κατ’ αναλογία του χρόνου υπηρεσίας του, στην περίπτωση που η σχέση εργασίας διακόπτεται εντός του ημερολογιακού αυτού έτους.

Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου ήτοι προκειμένου για το δεύτερο ημερολογιακό έτος απασχόλησης οι εργάσιμες ημέρες αδείας ορίζονται σε είκοσι έξι (26) σε περίπτωση εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή σε είκοσι δύο (21) ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας υπό την προϋπόθεση η εργασιακή σχέση να παραμείνει ενεργός καθ’ όλο το 2ο ημερολογιακό έτος.

Όταν η εργασιακή σχέση διαρκεί καθ’ όλο το 2ο ημερολογιακό έτος το σύνολο των ημερών αδείας που δικαιούται ένας μισθωτός ανέρχεται σε:

  • 21 εργάσιμες ημέρες όταν ο μισθωτός έχει προϋπηρεσία μικρότερη των 12 ετών,
  • 25 εργάσιμες ημέρες όταν ο μισθωτός έχει προϋπηρεσία > των 12 & < των 25 ετών,
  • 26 εργάσιμες ημέρες όταν ο μισθωτός έχει προϋπηρεσία μεγαλύτερη των 25 ετών.
  • 1.3 Άδεια τρίτου (3ου) & πλέον ημερολογιακών ετών απασχόλησηςΗ ένταξη του μισθωτού στο τρίτο καθώς και στα επόμενα του τρίτου ημερολογιακά έτη υπηρεσίας υπό τη σκέπη του ίδιου εργοδότη, του παρέχει το δικαίωμα να λαμβάνει την κανονική του άδεια από την 1η Ιανουαρίου κάθε χρόνου.

    Επισημαίνεται ότι κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος καθώς και τα επόμενα, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού. Οι εργάσιμες ημέρες άδειας ανέρχονται σε:

    • είκοσι δύο (22) ημέρες επί πενθημέρου και σε είκοσι έξι (26) επί εξαημέρου, αν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή έχει προϋπηρεσία μικρότερη των 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη,
    • σε είκοσι πέντε (25) ημέρες επί πενθημέρου και σε τριάντα (30) επί εξαημέρου, αν ο μισθωτός έχει συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη,
    • σε είκοσι έξι (26) ημέρες επί πενθημέρου και σε τριάντα (31) επί εξαημέρου, μετά τη συμπλήρωση από το μισθωτό 25 ετών υπηρεσίας στον ίδιο ή σε οποιοδήποτε εργοδότη.
    • 2. Αποδοχές αδείας

      Οι μισθωτοί δικαιούνται αποδοχές άδειας για το διάστημα κατά το οποίο τελούν σε κανονική άδεια. Οι αποδοχές αυτές είναι ίσες με τις συνήθως καταβαλλόμενες αποδοχές τους, εκείνες δηλαδή τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο στον οποίο κάνουν χρήση της δικαιούμενης άδειάς τους.

      Αναλυτικότερα, ως αποδοχές άδειας οι μεν εργατοτεχνίτες που αμείβονται με ημερομίσθιο δικαιούνται τόσα ημερομίσθια όσα αντιστοιχούν στις ημέρες άδειάς τους, οι δε υπάλληλοι που αμείβονται με μηνιαίο μισθό δικαιούνται τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα της άδειάς τους. Όσον αφορά τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό που δικαιούνται να λάβουν, λόγω του χρόνου υπηρεσίας τους, 26 ημέρες άδεια (υπό εξαήμερη απασχόληση και εφόσον οι 26 ημέρες περιλαμβάνονται στον ίδιο μήνα), οι αποδοχές άδειας είναι ίσες με έναν (1) μηνιαίο μισθό και όχι με 26/25 του μισθού.

      Επίσης, αναφέρεται ότι οι εργατοτεχνίτες ημερομίσθιοι που απασχολούνται επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, δικαιούνται για το ίδιο χρονικό διάστημα (εβδομάδα) ως αποδοχές άδειας (στην περίπτωση που τελούν εν αδεία) έξι (6) ημερομίσθια, όπως άλλωστε και οι επί εξαήμερο απασχολούμενοι ημερομίσθιοι.

      3. Χρόνος χορήγησης της άδειας – Χρόνος καταβολής των αποδοχών αδείας

      3.1 Χρόνος χορήγησης της άδειας

      Ο χρόνος κατά τον οποίο χορηγείται η άδεια διακανονίζεται μεταξύ των μισθωτών και των εργοδοτών. Το άρθρο 4 του Α.Ν.539/1945, μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι οι μισοί τουλάχιστον από τους μισθωτούς που απασχολούνται σε μία επιχείρηση πρέπει να λαμβάνουν την άδειά τους μέσα στο χρονικό διάστημα από 1/5 έως 30/9 εκάστου έτους.

      Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να χορηγήσει άδεια στο μισθωτό του μέσα σε δύο (2) μήνες από το χρονικό εκείνο σημείο κατά το οποίο αυτός (ο μισθωτός) υπέβαλε γραπτώς αίτηση για χορήγηση άδειας. Η άδεια πρέπει όχι μόνο να χορηγείται, αλλά και να εξαντλείται μέσα στο εργασιακό έτος στο οποίο αναφέρεται.

      Στην περίπτωση κατά την οποία δεν χορηγηθεί άδεια στο μισθωτό, δεν είναι κατά κανόνα δυνατή η μετάθεσή της στο αμέσως επόμενο εργασιακό έτος. Κατόπιν τούτου, υποχρεούται ο εργοδότης στην ως άνω περίπτωση να καταβάλει απλή αποζημίωση άδειας στο μισθωτό, όταν διαπιστώνεται ότι το γεγονός της μη χορήγησης άδειας στο δικαιούχο μισθωτό δεν οφειλόταν σε πταίσμα ή δόλο ή και απλή αμέλειά του, ενώ αντίθετα αν διαπιστωθεί ότι συνέτρεχαν οι ως άνω λόγοι, τότε υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει την αποζημίωση άδειας προσαυξημένη κατά 100%.

      3.2 Χρόνος καταβολής των αποδοχών άδειας. Δήλη ημέρα πληρωμής

      Οι αποδοχές άδειας προκαταβάλλονται στο μισθωτό κατά την έναρξη της άδειάς του, δεν συμψηφίζονται δε με ανώτερες των νόμιμων καταβαλλόμενες αποδοχές. Οι αποδοχές καταβάλλονται κατά την ημέρα ενάρξεως της αδείας ή κατά τη λύση της εργασιακής σχέσεως, κατά πάσαν περίπτωσιν δε μέχρι της τελευταίας ημέρας του ημερολογιακού έτους.

      Η κανονική άδεια θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έχει εξαντληθεί έως την 31η Δεκεμβρίου εκάστου ημερολογιακού έτους, ακόμη και εάν δεν έχει ζητηθεί από τον εργαζόμενο. Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο πριν ο μισθωτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας κατά το χρόνο λύσης της σχέσης εργασίας (Άρειος Πάγος 1549/2011, 97/2009) που αποτελεί δήλη ημέρα πληρωμής.

      Συνεπώς δήλη ημέρα καταβολής των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας επί διακοπής της εργασιακής σχέσης αποτελεί ο χρόνος λύσης αυτής και όχι το τέλος του ημερολογιακού έτους ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο μισθωτός αυτός επαναπροσλήφθηκε από την ίδια επιχείρηση με νέα σύμβαση εργασίας.

      Για τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής η τελευταία ημέρα του ημερολογιακού έτους το αργότερο, για την χορήγηση της άδειας και του επιδόματος αδείας, η οποία και θεωρείται ως δήλη ημέρα, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να καθίσταται υπερήμερος ο εργοδότης (Άρειος Πάγος 286/2013).

      4. Περιπτώσεις χορήγησης τμηματικής άδειας στους μισθωτούς

      4.1 Τμηματική άδεια κατά τη διάρκεια του 1ου ημερολογιακού έτους απασχόλησης

      Σύμφωνα με τις δια τάξεις του άρθρου 6 του Ν.3144/2003, παρέχεται στο μισθωτό η δυνατότητα να λαμβάνει τμηματικά την άδεια αναψυχής κατ’ αναλογία του χρόνου υπηρεσίας του στον εργοδότη κατά τον πρώτο χρόνο εργασίας του στην επιχείρηση.

      Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.3302/28-12-2004 η δυνατότητα χορήγησης τμηματικής άδειας επεκτάθηκε πέραν του πρώτου ημερολογιακού έτους και κατά το δεύτερο ημερολογιακό, από της προσλήψεως, έτος του μισθωτού.

      Η αναλογία αυτή του χρόνου υπηρεσίας με βάση την οποία ο μισθωτός δικαιούται άδεια τμηματικά, είναι δύο (2) ημέρες κατά μήνα εργασίας.

      Η τμηματική άδεια συνεπώς, χορηγείται αποκλειστικά και μόνο κατά το πρώτο και δεύτερο ημερολογιακό έτος υπηρεσίας του μισθωτού.

      Επισημαίνεται ότι ο εργοδότης, με δεδομένο ότι δεν έχει τη βεβαιότητα ότι η σχέση εργασίας του νεοπροσληφθέντος μισθωτού του θα έχει διάρκεια καθ’ όλο το διάστημα από την ημέρα της πρόσληψής του και μέχρι τη συμπλήρωση του δεύτερου ημερολογιακού έτους υπηρεσίας στην επιχείρησή του, έχει τη δυνατότητα, αντί να χορηγεί άπαξ το σύνολο των ημερών της ετήσιας άδειας κατά τη διάρκεια των περιόδων αυτών (1ο και 2ο ημερολογιακό έτος απασχόλησης), να χορηγεί την άδεια κατ’ αναλογία του χρόνου υπηρεσίας του.

      Ο εργοδότης υποχρεούται, μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους απασχόλησης εντός του οποίου προσλήφθηκε ο μισθωτός, να χορηγεί σε αυτόν ημέρες άδειας με αποδοχές, κατ’ αναλογία με τον χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει.

      4.2 Τμηματική άδεια κατά τη διάρκεια του 2ου ημερολογιακού έτους απασχόλησης

      Η δυνατότητα χορήγησης τμηματικής άδειας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του Ν.3144/2003 επεκτάθηκε πέραν του πρώτου ημερολογιακού έτους και κατά το δεύτερο ημερολογιακό, από της προσλήψεως, έτος του μισθωτού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.3302/28-12-2004.

      Η αναλογία αυτή του χρόνου υπηρεσίας με βάση την οποία ο μισθωτός δικαιούται άδεια τμηματικά, είναι δύο (2) ημέρες κατά μήνα εργασίας.

      Η τμηματική άδεια συνεπώς, χορηγείται αποκλειστικά και μόνο κατά το πρώτο και δεύτερο ημερολογιακό έτος υπηρεσίας του μισθωτού.

      4.3 Τμηματική άδεια κατά τη διάρκεια του 3ου & πλέον ημερολογιακών ετών απασχόλησης

      Η δικαιούμενη άδεια των μισθωτών που διανύουν το τρίτο και πλέον ημερολογιακά έτη απασχόλησης, χορηγείται ολόκληρη σε συνεχές διάστημα. Επιτρέπεται όμως κατ’ εξαίρεση η χορήγηση της άδειας σε δύο περιόδους χωρίς έγγραφη αίτηση του εργαζόμενου, όταν υπάρχει σοβαρή ή επείγουσα ανάγκη της επιχείρησης ή του εργοδότη γενικά (άρθρο 8 του Ν.549/1977). Η τμηματική χορήγηση της άδειας σε δυο περιόδους κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, επιτρέπεται χωρίς προηγουμένως να απαιτείται έγκριση από την αρμόδια τοπική Επιθεώρηση Εργασίας, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Ν.4093/2012.

      Στην περίπτωση αυτή το πρώτο μέρος της άδειας πρέπει να περιλαμβάνει έξι (6) τουλάχιστον εργάσιμες μέρες.

      Σχετικά με το πλαίσιο κατάτμησης της ετήσιας κανονικής άδειας των μισθωτών μπορείτε να δείτε το άρθρο του κ. Πέτρου Ραπανάκη με τίτλο «Το σύννομο πλαίσιο κατάτμησης της ετήσιας κανονικής άδειας των μισθωτών».

      Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του κ. Πέτρου Ραπανάκη, με τίτλο «Επίκαιρες Εργασιακές Αναλύσεις – Εφαρμογή στη Μισθοδοσία».